Tuesday, May 29, 2007

Ζωντανές σταυρώσεις, νεκρές αναστάσεις

Από τη χριστιανική εξίσωση σταυρώσεων και αναστάσεων, απουσιάζει κραυγαλέα το δεύτερο σκέλος. Οι πρώτες αποτελούν την ζωντανή, σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα της ανθρωπότητας. Οι δεύτερες έχουν καταντήσει νεκρή παρακαταθήκη, προθεσμιακή κατάθεση με μηδενικό επιτόκιο και σε προθεσμίες που υπερβαίνουν το προσδόκιμο επιβιώσεως του μέσου ανθρώπου.

Εσείς, τώρα, φορτώνετε τις βαλίτσες σας, γεμίζετε τα πόρτ μπαγκάζ με όλα τα ανθρώπινα αξεσουάρ του θείου πάθους- το κοστούμι της Λαμπρής, την φαντεζί ανοιξιάτικη γραβάτα, το μεταξωτό εμπριμέ φόρεμα με τα τρουά καρ μανίκια (αν είναι φέτος μόδα, δεν ξέρω), την ηλεκτροκίνητη σούβλα, τη λαμπάδα Terminator, Χελωνονιντζάκια ή Γιοτ της Μπάρμπι, το ποδήλατο του παιδιού, τα καλλυντικά της μαμάς, τις μάρκες και τις τράπουλες του μπαμπά, ενδεχομένως και το laptop του, τους φορτιστές των κινητών όλης της οικογένειας- και πιθανότατα να έχετε περιλάβει σ’ αυτά τα αξεσουάρ και μια πασχαλιάτικη έκδοση εφημερίδας, αβέβαιη ανάμεσα στη θλίψη της σταύρωσης και στη χαρά της ανάστασης, αλλά τελικά προορισμένη να χρησιμοποιηθεί για τον καθαρισμό της σούβλας ή για την συλλογή των λιπαρών αποσταγμάτων του αμνού, του μόνου υπαρκτού θύματος σ’ αυτή την ετησίως αναπαριστώμενη θυσία. Κι εγώ, θα πρέπει να συμβάλω μ’ αυτή τη σελίδα στη ματαιότητα αυτού του εγχειρήματος. Συνένοχος μιας ιλαροτραγωδίας σε συσκευασία μπάρμπεκιου.

Η παρόρμησή μου είναι να προσφύγω σε μια κατ’ έθιμον βλάσφημη υπονόμευση του χριστιανικού και εν γένει του θρησκευτικού μύθου. Όχι για να προσβάλω τους πιστούς (Βασίλη, μη βιάζεσαι), ούτε για να χλευάσω το αρχέγονο ορμέμφυτο της πίστης (από πολλές απόψεις όλοι μας, θρησκευόμενοι, άθεοι ή αγνωστικιστές, είμαστε εν τέλει πιστοί). Αλλά για να ξορκίσω τη δική μου αμηχανία μπροστά στη εξαρθρωμένη πνευματικότητα, την υπερνικημένη από την «αισχρή αργυρολογία» που θα ‘λεγε κι ο Πεντζίκης: «Κατσαρόλες, αυτοκίνητα, ραδιόφωνα, σκούπες ηλεκτρικές, πλυντήρια, λάμπες, πορτατίφ, υφάσματα γυναικεία και ανδρικά, τα πάντα εκποιούμενα κάνουν τον χώρο της προσευχής». Αλλά ποιος εκποιείται, τελικά; Ο σωρός των καταναλωτικών ερειπίων ή η ίδια η προσευχή; Ρωτήστε τα Jumbo, το Ζαχαριά ή τη Βαρβάκειο αγορά…

Εγώ, βέβαια, δεν είμαι από τους προσευχόμενους, δεν μου πέφτει λόγος. Αναρωτιέμαι, όμως, συχνά πόσα οφείλει ο χριστιανικός θρίαμβος στη συναλλαγή ζωής και θανάτου, σ’ αυτό το αβέβαιο ισοζύγιο από το οποίο άντλησε υπεραξίες εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια. Υπεραξίες χειροπιαστές, καταμετρημένες σαν τα δομημένα ομόλογα των ασφαλιστικών ταμείων, με μίζες και προμήθειες για όλους τους νόμιμα και παράνομα εμπλακέντες στη μετατροπή του Χριστιανισμού σε θρησκεία και τελικά σε ιδεολογία εξουσίας και επιβολής, σε ένα απόλυτα εκκοσμικευμένο κράτος εν κράτει. Το έχω ξαναγράψει, ο μόνος χαμένος από αυτή τη συναλλαγή μεταξύ του βιβλικού μύθου και της ιστορίας είναι ο Ιούδας, που εξασφάλισε και θάνατο χωρίς ανάσταση και θέση στην κόλαση και τη ρετσινιά του προδότη και μια βέβαιη οικονομική ζημία αφού έκλεισε τη συμφωνία παράδοσης του Ιησού σε αργύρια και όχι χρυσία, σε μια περίοδο που η αξία του ασημιού είχε κατρακυλήσει διεθνώς. Δεν το λέω εγώ, το επισημαίνει ο μακαρίτης ο Γκαλμπρέιθ, Θεός σχωρέσ’ τον. Εξ ου και γιατί, η εκ των υστέρων απόπειρα αποκατάστασης του Ιούδα με απόκρυφα ευαγγέλια και ιστορικές αποκαλύψεις πέφτει στο κενό. Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου της πίστης, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.

Αλλά το πρόβλημα σήμερα δεν το έχει ο Ιούδας, που εξοβελίστηκε σ’ έναν ρόλο περιθωριακό και απεχθή για τις ανάγκες του χριστιανικού μύθου. Το πρόβλημα το έχει ο ίδιος ο μύθος και οι θεμελιώδεις επαγγελίες του για κατατρόπωση του θανάτου, έστω και δια της ομοιοπαθητικής («θανάτω θάνατον πατήσας»), για μια μακρά σειρά σταυρώσεων που θα ανταμείβονται με μιαν αντίστοιχη σειρά αναστάσεων. Αυτή δεν ήταν η συμφωνία; Η έννοια της θρησκευτικής πίστης, σε όλες σχεδόν τις γλώσσες (din στα αραβικά, dat στα εβραϊκά, credo στα λατινικά, πίστη στα ελληνικά, τη γλώσσα του ευαγγελίου) έχει ακριβώς την σημασία της πίστωσης, μιας κατάθεσης στην τράπεζα των αξιών, με την προσδοκία τόκου στο μέλλον ή της αυξημένης θείας χάρης. Εκατομμύρια, δισεκατομμύρια άνθρωποι επί δυο χιλιάδες χρόνια επένδυσαν αφειδώς σε θυσίες, σε προσωπικές και συλλογικές σταυρώσεις, προσδοκώντας το υπεσχημένο αντάλλαγμα. Το ισοζύγιο είναι ελλειμματικό. Από τη χριστιανική εξίσωση σταυρώσεων και αναστάσεων, απουσιάζει κραυγαλέα το δεύτερο σκέλος. Οι πρώτες αποτελούν την ζωντανή, σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα της ανθρωπότητας. Οι δεύτερες έχουν καταντήσει μια νεκρή παρακαταθήκη, μια προθεσμιακή κατάθεση, με μηδενικό επιτόκιο και σε προθεσμίες που υπερβαίνουν το προσδόκιμο επιβιώσεως του μέσου Δυτικού ανθρώπου.

Η γραπτή ιστορία της ανθρωπότητας, που κατά το έν τρίτο –τουλάχιστον- είναι και ιστορία του Χριστιανισμού, είναι γεμάτη μαζικές σταυρώσεις, ανθρωποθυσίες και γενοκτονίες στο όνομα της πίστης. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό είναι αποκλειστικό προνόμιο του Χριστιανισμού. Μάλλον είναι ίδιον κάθε πίστης που αναπτύσσεται σε δύναμη επιβολής, όπως απέδειξε και η τύχη των –ισμών της εποχής. Αλλά ο χριστιανισμός διέστρεψε ακόμη και τη σημειολογία του βιβλικού μύθου, όπου το θύμα είναι ο μετενσαρκωμένος Θεός και όχι οι άνθρωποι, ο σωτήρας και όχι οι σωζόμενοι. Οι ελέω Θεού αυτοκράτορες, οι Σταυροφόροι με τις ευλογίες του Πάπα, οι κονκισταντόρες- «Μάστιγες του Θεού», με τα πλήθη των μισθοφόρων και των ιεραποστόλων, οι ιεροεξεταστές, οι βασιλείς της επί αιώνες σπαρασσόμενης Ευρώπης, ακόμη και ο γραφικός πλανητάρχης που επικαλείται την πίστη του για τους αμερικανικούς τυχοδιωκτισμούς στη Μέση Ανατολή και για την αντιτρομοκρατική εκστρατεία, συγκροτούν ένα παχύ στρώμα βίας, μίσους και επιβολής πάνω από μια επαγγελία πάθους και λύτρωσης, αυτοθυσίας και απελευθέρωσης. Ο σωτήρας έγινε τιμωρός, το θύμα εκδικητής. Ο φόβος κατατρόπωσε την προσδοκία.

Ισως γι’ αυτό έχει αξία η θεμελιώδης υπόθεση του Καζαντζάκη, στον «Τελευταίο πειρασμό». Τι θα συνέβαινε άραγε αν ο Ναζωραίος, όχι από ανθρώπινη αδυναμία, όχι από τη λαχτάρα της ζωής και της σάρκας, αλλά από τη θέση του ισχυρού άλλαζε το ουράνιο σχέδιο; Αν αντί του αδύναμου ανθρώπου που ψελλίζει «τετέλεσται», εμφάνιζε την όψη ενός παντοδύναμου όντος που κατέβαινε από το σταυρό, διέλυε τις κουστωδίες των διωκτών του, επέβαλλε από την Πρώτη του Παρουσία τη δική του νέα τάξη πραγμάτων, έντυνε τους γυμνούς, χόρταινε τους πεινασμένους, συγχωρούσε τους αμαρτωλούς, απελευθέρωνε τους υπόδουλους, κατέλυε τους δυνάστες, «πατούσε» και το θάνατο απαλλάσσοντάς μας από την αγωνία του τέλους; Μεταφυσικό το ερώτημα, αλλά το γεννά από μόνος του ο χριστιανικός μύθος, έτσι εύθραυστα όπως είναι ισορροπημένος πάνω σε εγκλήματα και διωγμούς, ακατάληπτα δόγματα και αιρέσεις, αλλεπάλληλα εκκλησιαστικά σχίσματα και εξουσιαστικές κοσμικές εκφράσεις.

Αν πάλι η ιστορία τέλειωνε εκεί, πάνω στο σταυρό, σ’ ένα θάνατο ταπεινωτικό όπως οι περισσότεροι θάνατοι, σε μια σταύρωση σαν όλες τις ζωντανές σταυρώσεις του καιρού μας, ίσως η συναλλαγή θανάτου και ζωής αποδεικνυόταν πιο κερδοφόρα. Ισως ο Χριστιανισμός είχε κερδίσει εκείνη την πνευματική δύναμη που του στέρησε η μακρόχρονη ταύτιση με την εξουσία, η μεταλλαγή του σε οικονομικό μηχανισμό με απέραντη ισχύ και σε ιδεολογικό status τριών διαδοχικών και των τριών εκμεταλλευτικών συστημάτων που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα, από τη δουλοκτησία μέχρι τον καπιταλισμό, που εξομοίωσε το αόρατο χέρι του Θεού με το εξίσου αόρατο χέρι της αγοράς.

Αλλά, μετά δυο χιλιετίες συστηματικής εκπαίδευσης στην οικονομία της θυσίας, της στέρησης, της εγκράτειας και των μειωμένων προσδοκιών, μετά είκοσι αιώνες διάψευσης της επαγγελίας ότι «οι εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελλαττωθήσονται παντός αγαθού», είναι λογικό και το όραμα της ανάστασης να ξεθωριάζει, πνιγμένο σ’ έναν εκμοντερνισμένο καταναλωτικό παγανισμό. Και μαζί με τη φθίνουσα προσδοκία της ανάστασης, χειμάζονται και τα οράματα της όποιας (επ)ανάστασης.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Οι πύλες του Αδη έσπασαν. Ανοιξαν, ξέφυγαν οι μεντεσέδες. Τα καρφιά που κρατούσαν τα πορτόφυλλα, κατάπεσαν και πατήθηκαν δια του Σταυρού. Εξήγειρε και ανήγειρε τους προγόνους, τον Αδάμ και την Εύα, ο Χριστός εκ του τάφου. Δύναμη, πλούτος, ισχύς, βασιλεία εγκόσμια, στην αλήθεια που εννοώ ακουμπούν και στηρίζονται. Στέκουν οι βασιλείς, ακούν τα παραγγέλματα, υπακούουν, σκύβουν, ταπεινώνονται μπροστά στον Θεοφόρο άνθρωπο. Γονυπετούν. Σηκώνουν πόλεμο. Στρατιές μάχονται για την κατοχή Οσίας κεφαλής, λευκασμένων οστών. Εγκαταλείπουν ανάκτορα, ιερά παλάτια, την εγκόσμια αίγλη και λαμπηδόνα. Γόνοι εκλεκτοί φεύγουν. Από τύψη αυτοτιμωρούνται. Κατάγυμνοι αναχωρούν στην έρημο. Κατάκοποι, προσεύχονται. Κάνουν μετάνοιες σαράντα κι εκατό. Διδάσκονται. Την ώρα που γεύονται ένα ξερό κομμάτι ψωμί βρεγμένο σε ξίδι, ομολογούν ότι ουδέποτε δοκίμασαν τέτοια αμβροσία. Ουδέποτε έφαγαν με περισσότερη ευδαιμονία και χαρά.

Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, «Ο πεθαμένος και η ανάσταση»

No comments:

Post a Comment